Греческий словарь
с грамматикой

απονέμω

[apɔˈnɛmo]глаголC1

Значения

1
присуждать, награждать (премию, звание и т. п.)
to award, to confer (a prize, title, honour) · απονέμω βραβείο — присуждать премию
2
предоставлять, отпускать (права, привилегии)
to grant, to bestow (rights, privileges) · απονέμω δικαιώματα — предоставлять права

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απονέμω
εσύ
απονέμεις
αυτός
απονέμει
εμείς
απονέμουμε
εσείς
απονέμετε
αυτοί
απονέμουν
Аорист
εγώ
απένειμα
εσύ
απένειμες
αυτός
απένειμε
εμείς
απενείμαμε
εσείς
απενείματε
αυτοί
απένειμαν
Будущее
εγώ
θα απονέμω
εσύ
θα απονέμεις
αυτός
θα απονέμει
εμείς
θα απονέμουμε
εσείς
θα απονέμετε
αυτοί
θα απονέμουν

Примеры

Η Ακαδημία απένειμε το βραβείο στον συγγραφέα.
Академия присудила премию писателю. · The Academy awarded the prize to the writer.
Τα δικαιώματα που απονέμονται από το κράτος είναι θεμελιώδη.
Права, предоставляемые государством, являются основополагающими. · The rights granted by the state are fundamental.
Στη τελετή απονέμοντας τιμές στους ήρωες.
На церемонии награждали героев почестями. · At the ceremony, honouring the heroes.