Греческий словарь
с грамматикой

απομονώνω

[apɔmɔˈnɔnɔ]глаголB2

Значения

1
изолировать, отделять (кого-либо, что-либо) от остального
to isolate, to separate (someone or something) from the rest · απομονώνω τον ασθενή — изолирую больного
2
выделять, обособлять (вывод, идею и т.п.)
to single out, to identify (a conclusion, idea, etc.) · απομονώνω το κύριο σημείο — выделяю главный момент

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απομονώνω
εσύ
απομονώνεις
αυτός
απομονώνει
εμείς
απομονώνουμε
εσείς
απομονώνετε
αυτοί
απομονώνουν
Аорист
εγώ
απομόνωσα
εσύ
απομόνωσες
αυτός
απομόνωσε
εμείς
απομονώσαμε
εσείς
απομονώσατε
αυτοί
απομόνωσαν
Будущее
εγώ
θα απομονώσω
εσύ
θα απομονώσεις
αυτός
θα απομονώσει
εμείς
θα απομονώσουμε
εσείς
θα απομονώσετε
αυτοί
θα απομονώσουν

Примеры

Ο ιός απομονώθηκε από τους ερευνητές του εργαστηρίου.
Вирус был изолирован исследователями в лаборатории. · The virus was isolated by laboratory researchers.
Πρέπει να απομονώσουμε τον μολυσμένο ασθενή αμέσως.
Нам нужно срочно изолировать инфицированного пациента. · We need to isolate the infected patient immediately.
Ο καθηγητής απομονώνει τις σημαντικότερες ιδέες στην διάλεξη.
Профессор выделяет наиболее важные идеи в своей лекции. · The professor singles out the most important ideas in his lecture.