Греческий словарь
с грамматикой

απομεινάρι

[apomɪˈnari]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
остаток, то, что осталось
remainder, leftover, what is left · το απομεινάρι του φαγητού — остаток еды
2
отголосок, след, пережиток
trace, remnant, vestige · απομεινάρι του παρελθόντος — след прошлого

Грамматика

Ед. ч.
им.
το απομεινάρι
вин.
το απομεινάρι
род.
του απομεινάρι
зват.
απομεινάρι
Мн. ч.
им.
τα απομεινάρια
вин.
τα απομεινάρια
род.
των απομεινάριων
зват.
απομεινάρια

Примеры

Τα απομεινάρια του φαγητού πήγαν στα σκουπίδια.
Остатки еды выбросили в мусор. · The food leftovers went into the trash.
Αυτό είναι απομεινάρι μιας παλιάς παράδοσης.
Это остаток старого обычая. · This is a remnant of an old tradition.
Τα απομεινάρια του σεισμού ήταν ορατά για χρόνια.
Следы землетрясения были видны годы. · The traces of the earthquake were visible for years.