Греческий словарь
с грамматикой

απομακρύνομαι

[apomakˈrino me]глаголB1

Значения

1
удаляться, отходить, отдаляться
move away, withdraw, distance oneself · απομακρύνομαι από το σπίτι — удаляться от дома
2
избегать, держаться подальше от (кого-л., чего-л.)
avoid, keep away from, stay clear of · απομακρύνομαι από τα προβλήματα — избегать проблем

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απομακρύνομαι
εσύ
απομακρύνεσαι
αυτός
απομακρύνεται
εμείς
απομακρυνόμαστε
εσείς
απομακρύνεστε
αυτοί
απομακρύνονται
Аорист
εγώ
απομακρύνθηκα
εσύ
απομακρύνθηκες
αυτός
απομακρύνθηκε
εμείς
απομακρύνθηκαν
εσείς
απομακρύνθηκαν
αυτοί
απομακρύνθηκαν
Будущее
εγώ
θα απομακρυνθώ
εσύ
θα απομακρυνθείς
αυτός
θα απομακρυνθεί
εμείς
θα απομακρυνθούμε
εσείς
θα απομακρυνθείτε
αυτοί
θα απομακρυνθούν

Примеры

Απομακρύνθηκε από την πόλη χωρίς να πει τίποτα.
Он удалился из города, ничего не сказав. · He withdrew from the city without saying anything.
Προσπαθώ να απομακρύνομαι από τις αρνητικές σκέψεις.
Я стараюсь держаться подальше от негативных мыслей. · I try to distance myself from negative thoughts.
Όταν ήρθαν οι επισκέπτες, τα παιδιά απομακρύνθηκαν στο δωμάτιό τους.
Когда пришли гости, дети удалились в свою комнату. · When the guests arrived, the children withdrew to their room.
Θα απομακρυνθώ από όσους με κακοποιούν.
Я буду держаться подальше от тех, кто меня обижает. · I will keep away from those who hurt me.