απομίμηση
[apomiˈmisi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
имитация, подражание (особенно с целью критики или высмеивания)
imitation, mimicry (especially for the purpose of criticism or ridicule) · η απομίμηση του διευθυντή — пародия на директора
2
пародия, буффонада
parody, burlesque · μια χιουμοριστική απομίμηση — юмористическая пародия
Грамматика
Ед. ч.
им.
η απομίμηση
вин.
την απομίμηση
род.
της απομίμησης
зват.
απομίμηση
Мн. ч.
им.
οι απομιμήσεις
вин.
τις απομιμήσεις
род.
των απομιμήσεων
зват.
απομιμήσεις
Примеры
Η απομίμηση του κόμικ ήταν πολύ διασκεδαστική.
Пародия комика была очень развлекательной. · The comedian's parody was very entertaining.
Οι απομιμήσεις στο θέατρο κέρδισαν τα χειροκροτήματα του κοινού.
Пародии в театре завоевали аплодисменты публики. · The theatrical parodies won the audience's applause.
Αυτή η απομίμηση του πολιτικού ήταν αρκετά κριτική.
Эта пародия на политика была довольно критической. · That mockery of the politician was rather critical.