Греческий словарь
с грамматикой

απομένω

[apomˈeno]глаголB1

Значения

1
остаться, оставаться (в каком-то месте или состоянии)
to remain, to stay (in a place or condition) · απομένει στο σπίτι — остаётся дома
2
оставаться (как следствие, в результате)
to be left, to remain (as a result) · τι απομένει να κάνουμε; — что остаётся нам делать?

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απομένω
εσύ
απομένεις
αυτός
απομένει
εμείς
απομένουμε
εσείς
απομένετε
αυτοί
απομένουν
Аорист
εγώ
απέμεινα
εσύ
απέμεινες
αυτός
απέμεινε
εμείς
απείναμε
εσείς
απείνατε
αυτοί
απέμειναν
Будущее
εγώ
θα απομείνω
εσύ
θα απομείνεις
αυτός
θα απομείνει
εμείς
θα απομείνουμε
εσείς
θα απομείνετε
αυτοί
θα απομείνουν

Примеры

Απομένει λίγος χρόνος πριν το τέλος του μαθήματος.
Остаётся мало времени до конца урока. · Little time remains before the end of the lesson.
Οι περισσότεροι πολίτες απομένουν ανίκανοι να αντιδράσουν.
Большинство граждан остаются неспособны реагировать. · Most citizens remain unable to respond.
Τι μας απομένει να πούμε για αυτό το θέμα;
Что нам остаётся сказать по этому вопросу? · What is left for us to say about this topic?
Αφού έφυγε, απέμεινε μόνη στο διαμέρισμα.
После его ухода она осталась одна в квартире. · After he left, she remained alone in the apartment.