Греческий словарь
с грамматикой

απολύω

[apoˈlio]глаголB1

Значения

1
уволить, отпустить (с работы)
to dismiss, to fire (from a job) · απολύω τον υπάλληλο — уволить работника
2
отпустить, освободить (из места)
to release, to let go (from a place) · απολύω τους μαθητές — отпустить учеников
3
расторгнуть (договор), прекратить
to dissolve, to terminate (a contract) · απολύω τη συμφωνία — расторгнуть договор

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απολύω
εσύ
απολύεις
αυτός
απολύει
εμείς
απολύουμε
εσείς
απολύετε
αυτοί
απολύουν
Аорист
εγώ
απέλυσα
εσύ
απέλυσες
αυτός
απέλυσε
εμείς
απελύσαμε
εσείς
απελύσατε
αυτοί
απέλυσαν
Будущее
εγώ
θα απολύσω
εσύ
θα απολύσεις
αυτός
θα απολύσει
εμείς
θα απολύσουμε
εσείς
θα απολύσετε
αυτοί
θα απολύσουν

Примеры

Η εταιρεία απέλυσε πολλούς υπαλλήλους.
Компания уволила многих сотрудников. · The company laid off many employees.
Θα απολύσουν τους μαθητές στις τρεις.
Они отпустят учеников в три часа. · They will dismiss the students at three o'clock.
Ο δάσκαλος απολύει την τάξη νωρίτερα σήμερα.
Учитель отпускает класс раньше сегодня. · The teacher is letting the class out early today.
Απολύθηκε από τη δουλειά του χωρίς προειδοποίηση.
Его уволили с работы без предупреждения. · He was dismissed from his job without notice.