Греческий словарь
с грамматикой

απολογούμαι

[apolɔˈɣume]глаголB1

Значения

1
оправдываться, защищать себя
to apologize, to excuse oneself · απολογούμαι για την καθυστέρηση — оправдываюсь за опоздание
2
давать объяснение, выступать с защитой
to defend oneself, to give an explanation · απολογήθηκε στο δικαστήριο — защищался в суде

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απολογούμαι
εσύ
απολογείσαι
αυτός
απολογείται
εμείς
απολογούμαστε
εσείς
απολογείστε
αυτοί
απολογούνται
Аорист
εγώ
απολογήθηκα
εσύ
απολογήθηκες
αυτός
απολογήθηκε
εμείς
απολογηθήκαμε
εσείς
απολογηθήκατε
αυτοί
απολογήθηκαν
Будущее
εγώ
θα απολογηθώ
εσύ
θα απολογηθείς
αυτός
θα απολογηθεί
εμείς
θα απολογηθούμε
εσείς
θα απολογηθείτε
αυτοί
θα απολογηθούν

Примеры

Απολογούμαι για το λάθος μου.
Я извиняюсь за свою ошибку. · I apologize for my mistake.
Απολογήθηκε στον καθηγητή για την αργοπορία.
Он извинился перед учителем за опоздание. · He apologized to the teacher for being late.
Θα απολογηθώ αν έκανα κάτι λάθος.
Я извинюсь, если сделал что-то неправильно. · I will apologize if I did something wrong.
Απολογούνται για τις καθυστερήσεις των τρένων.
Они оправдываются за задержки поездов. · They excuse themselves for the train delays.