Греческий словарь
с грамматикой

απολλύω

[aˈpoˈli]глаголB2

Значения

1
уничтожать, губить
to destroy, to ruin · απολλύει την πόλη — уничтожает город
2
терять, лишаться
to lose, to be deprived of · απολλύει τη ζωή του — теряет жизнь
3
погибать, пропадать
to perish, to be lost · απολλύεται στη θάλασσα — погибает в море

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απολλύω
εσύ
απολλύεις
αυτός
απολλύει
εμείς
απολλύουμε
εσείς
απολλύετε
αυτοί
απολλύουν
Аорист
εγώ
απώλεσα
εσύ
απώλεσες
αυτός
απώλεσε
εμείς
απωλέσαμε
εσείς
απωλέσατε
αυτοί
απώλεσαν
Будущее
εγώ
θα απολέσω
εσύ
θα απολέσεις
αυτός
θα απολέσει
εμείς
θα απολέσουμε
εσείς
θα απολέσετε
αυτοί
θα απολέσουν

Примеры

Ο πόλεμος απώλεσε χιλιάδες ανθρώπων.
Война уничтожила тысячи людей. · The war destroyed thousands of people.
Δεν θέλω να απολέσω την ευκαιρία αυτή.
Я не хочу потерять эту возможность. · I don't want to lose this opportunity.
Πολλοί ναυτικοί απολλύονται κάθε χρόνο.
Много моряков гибнет каждый год. · Many sailors perish every year.
Απολλύεται η ελπίδα τους σιγά σιγά.
Их надежда медленно угасает. · Their hope gradually fades away.