Греческий словарь
с грамматикой

απολαύω

[apoˈlavo]глаголB1

Значения

1
наслаждаться, получать удовольствие от чего-либо
to enjoy, to derive pleasure from something · απολαύω καλό φαγητό — наслаждаюсь хорошей едой
2
пользоваться, извлекать пользу из чего-либо
to benefit from, to make use of something · απολαύω των πλεονεκτημάτων — пользуюсь преимуществами

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απολαύω
εσύ
απολαύεις
αυτός
απολαύει
εμείς
απολαύουμε
εσείς
απολαύετε
αυτοί
απολαύουν
Аорист
εγώ
απόλαυσα
εσύ
απόλαυσες
αυτός
απόλαυσε
εμείς
απολάυσαμε
εσείς
απολάυσατε
αυτοί
απόλαυσαν
Будущее
εγώ
θα απολαύσω
εσύ
θα απολαύσεις
αυτός
θα απολαύσει
εμείς
θα απολαύσουμε
εσείς
θα απολαύσετε
αυτοί
θα απολαύσουν

Примеры

Απολαμβάνω πολύ τον καφέ το πρωί.
Я очень наслаждаюсь кофе по утрам. · I really enjoy my coffee in the morning.
Απόλαυσαν τις διακοπές τους στη Κρήτη.
Они наслаждались своим отпуском на Крите. · They enjoyed their holidays in Crete.
Θα απολαύσουμε μια υπέροχη βραδιά αύριο.
Завтра мы будем наслаждаться прекрасным вечером. · Tomorrow we will have a wonderful evening.
Απολαύει των προνομίων ενός διευθυντή.
Он пользуется привилегиями директора. · He benefits from the privileges of a manager.