Греческий словарь
с грамматикой

απολαμβάνω

[apolamˈvano]глаголB1

Значения

1
получать удовольствие, наслаждаться
to enjoy, to take pleasure in · απολαμβάνω τη ζωή — наслаждаюсь жизнью
2
пользоваться (преимуществом, привилегией)
to enjoy, to benefit from (privilege, advantage) · απολαμβάνει ειδικά δικαιώματα — пользуется особыми правами

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απολαμβάνω
εσύ
απολαμβάνεις
αυτός
απολαμβάνει
εμείς
απολαμβάνουμε
εσείς
απολαμβάνετε
αυτοί
απολαμβάνουν
Аорист
εγώ
απόλαυσα
εσύ
απόλαυσες
αυτός
απόλαυσε
εμείς
απολάυσαμε
εσείς
απολάυσατε
αυτοί
απόλαυσαν
Будущее
εγώ
θα απολαύσω
εσύ
θα απολαύσεις
αυτός
θα απολαύσει
εμείς
θα απολαύσουμε
εσείς
θα απολαύσετε
αυτοί
θα απολαύσουν

Примеры

Απολαμβάνω πολύ τη θάλασσα το καλοκαίρι.
Я очень люблю море летом. · I really enjoy the sea in summer.
Απόλαυσαν μια υπέροχη διακοπή στα ελληνικά νησιά.
Они отлично отдохнули на греческих островах. · They had a wonderful holiday on the Greek islands.
Απολαμβάνει πολλά προνόμια ως διευθυντής.
Как директор он пользуется многими привилегиями. · As a director, he enjoys many privileges.
Θα απολαύσουν οι φίλοι μας το φαγητό μαζί μας.
Наши друзья будут наслаждаться едой вместе с нами. · Our friends will enjoy the meal with us.