Греческий словарь
с грамматикой

αποκτώ

[apokˈto]глаголA2

Значения

1
приобретать, получать
to acquire, to obtain · αποκτώ ένα σπίτι — приобретаю дом
2
развивать (навык, привычку)
to develop, to gain (skill, habit) · αποκτώ εμπειρία — приобретаю опыт

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποκτώ
εσύ
αποκτάς
αυτός
αποκτά
εμείς
αποκτούμε
εσείς
αποκτάτε
αυτοί
αποκτούν
Аорист
εγώ
απέκτησα
εσύ
απέκτησες
αυτός
απέκτησε
εμείς
απεκτήσαμε
εσείς
απεκτήσατε
αυτοί
απέκτησαν
Будущее
εγώ
θα αποκτήσω
εσύ
θα αποκτήσεις
αυτός
θα αποκτήσει
εμείς
θα αποκτήσουμε
εσείς
θα αποκτήσετε
αυτοί
θα αποκτήσουν

Примеры

Αποκτά πολλή εμπειρία στη δουλειά.
Он приобретает большой опыт на работе. · He is gaining a lot of experience at work.
Απέκτησε το διπλώμα του πέρυσι.
Он получил свой диплом в прошлом году. · He obtained his diploma last year.
Θα αποκτήσουν νέες δεξιότητες στο σεμινάριο.
Они приобретут новые навыки на семинаре. · They will acquire new skills at the seminar.