Греческий словарь
с грамматикой

αποκτάω

[apokˈtao]глаголB1

Значения

1
приобретать, получать (собственность, качество, опыт)
to acquire, obtain, gain (property, quality, experience) · αποκτώ ένα σπίτι — я приобретаю дом
2
развивать, приобретать (привычку, навык)
to develop, pick up (habit, skill) · αποκτώ μια συνήθεια — я развиваю привычку

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποκτώ
εσύ
αποκτάς
αυτός
αποκτά
εμείς
αποκτούμε
εσείς
αποκτάτε
αυτοί
αποκτούν
Аорист
εγώ
απέκτησα
εσύ
απέκτησες
αυτός
απέκτησε
εμείς
απεκτήσαμε
εσείς
απεκτήσατε
αυτοί
απέκτησαν
Будущее
εγώ
θα αποκτήσω
εσύ
θα αποκτήσεις
αυτός
θα αποκτήσει
εμείς
θα αποκτήσουμε
εσείς
θα αποκτήσετε
αυτοί
θα αποκτήσουν

Примеры

Απέκτησε πολύ εμπειρία στη δουλειά του.
Он приобрёл большой опыт в своей работе. · He gained a lot of experience in his job.
Θα αποκτήσουν τα παιδιά νέες δεξιότητες στο σχολείο.
Дети разовьют новые умения в школе. · The children will develop new skills at school.
Αποκτά όλο και περισσότερη αυτοπεποίθηση κάθε μέρα.
Он с каждым днём приобретает всё больше уверенности. · He acquires more and more confidence every day.
Οι μετανάστες αποκτούν δικαιώματα μετά από πέντε χρόνια.
Мигранты получают права после пяти лет. · Migrants obtain rights after five years.