αποκρουστικός
[apokrustiˈkos]прилагательноеB2
Значения
1
отталкивающий, отвратительный
repulsive, repugnant, disgusting · αποκρουστική συμπεριφορά — отвратительное поведение
2
противный, неприятный
disagreeable, unpleasant, off-putting · αποκρουστική οσμή — противный запах
Грамматика
мужской род
им.
αποκρουστικός
вин.
αποκρουστικό
род.
αποκρουστικού
зват.
αποκρουστικέ
женский род
им.
αποκρουστική
вин.
αποκρουστική
род.
αποκρουστικής
зват.
αποκρουστική
средний род
им.
αποκρουστικό
вин.
αποκρουστικό
род.
αποκρουστικού
зват.
αποκρουστικό
Примеры
Η συμπεριφορά του ήταν αποκρουστική για όλους.
Его поведение было отвратительным для всех. · His behaviour was repulsive to everyone.
Βρήκα το φαγητό αποκρουστικό στη γεύση.
Я нашел еду противной на вкус. · I found the food disgusting to taste.
Αυτές οι αποκρουστικές ιδέες δεν είναι δεκτές εδώ.
Эти отвратительные идеи здесь не приемлемы. · These repugnant ideas are not acceptable here.
Δεν μπορώ να ανεχθώ αποκρουστικά σχόλια.
Я не могу терпеть отвратительные комментарии. · I cannot tolerate disgusting comments.