αποκορύφωμα
[apokoˈrifoma]существительноеτο · средний родC1
Значения
1
кульминация, апогей, вершина
climax, culmination, peak · το αποκορύφωμα της καριέρας — вершина карьеры
Грамматика
Ед. ч.
им.
το αποκορύφωμα
вин.
το αποκορύφωμα
род.
του αποκορυφώματος
зват.
αποκορύφωμα
Мн. ч.
им.
τα αποκορυφώματα
вин.
τα αποκορυφώματα
род.
των αποκορυφωμάτων
зват.
αποκορυφώματα
Примеры
Το αποκορύφωμα της συναυλίας ήταν το τελευταίο κομμάτι.
Кульминацией концерта стала последняя композиция. · The climax of the concert was the final piece.
Έφτασε στο αποκορύφωμα της δύναμής του σε αυτή την ηλικία.
Он достиг апогея своего могущества в этом возрасте. · He reached the peak of his power at that age.
Τα αποκορυφώματα της ταινίας ήταν πραγματικά συγκινητικά.
Кульминационные моменты фильма были действительно трогательными. · The high points of the film were truly moving.