Греческий словарь
с грамматикой

αποκομίζω

[apokoˈmizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
получать, получить (результат, выгоду, пользу)
to reap, to gain, to obtain (a result, benefit, advantage) · αποκομίζει όφελος — получает пользу
2
извлекать, вывозить (из опасного места)
to extract, to remove, to evacuate · αποκομίζω τραυματίες — эвакуирую раненых

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποκομίζω
εσύ
αποκομίζεις
αυτός
αποκομίζει
εμείς
αποκομίζουμε
εσείς
αποκομίζετε
αυτοί
αποκομίζουν
Аорист
εγώ
αποκόμισα
εσύ
αποκόμισες
αυτός
αποκόμισε
εμείς
αποκομίσαμε
εσείς
αποκομίσατε
αυτοί
αποκόμισαν
Будущее
εγώ
θα αποκομίσω
εσύ
θα αποκομίσεις
αυτός
θα αποκομίσει
εμείς
θα αποκομίσουμε
εσείς
θα αποκομίσετε
αυτοί
θα αποκομίσουν

Примеры

Πολλοί δημοσιογράφοι αποκόμισαν πολλές διακρίσεις.
Многие журналисты получили много наград. · Many journalists have reaped numerous awards.
Η εταιρεία αποκομίζει μεγάλα κέρδη από τις πωλήσεις.
Компания извлекает большую прибыль от продаж. · The company is reaping substantial profits from sales.
Αποκόμισαν τους αιχμαλώτους σε ασφάλεια.
Они эвакуировали пленных в безопасное место. · They evacuated the prisoners to safety.
Ο ναυτικός θα αποκομίσει τα συντρίμμια.
Морской спасатель будет извлекать обломки. · The salvage team will recover the wreckage.