Греческий словарь
с грамматикой

αποκοιμάμαι

[apokiˈmaːme]глаголA2

Значения

1
засыпать, заснуть
fall asleep, doze off · αποκοιμάμαι μπροστά στην τηλεόραση — засыпаю перед телевизором
2
умирать, скончаться (эвфемизм)
pass away, die (euphemism) · ο παππούς αποκοιμήθηκε ήσυχα — дедушка мирно скончался

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποκοιμάμαι
εσύ
αποκοιμάσαι
αυτός
αποκοιμάται
εμείς
αποκοιμόμαστε
εσείς
αποκοιμάστε
αυτοί
αποκοιμώνται
Аорист
εγώ
αποκοιμήθηκα
εσύ
αποκοιμήθηκες
αυτός
αποκοιμήθηκε
εμείς
αποκοιμηθήκαμε
εσείς
αποκοιμηθήκατε
αυτοί
αποκοιμήθηκαν
Будущее
εγώ
θα αποκοιμηθώ
εσύ
θα αποκοιμηθείς
αυτός
θα αποκοιμηθεί
εμείς
θα αποκοιμηθούμε
εσείς
θα αποκοιμηθείτε
αυτοί
θα αποκοιμηθούν

Примеры

Αποκοιμήθηκα στον καναπέ χθες το βράδυ.
Вчера вечером я заснул на диване. · I fell asleep on the sofa last night.
Δεν πρέπει να αποκοιμάσαι κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
Ты не должен засыпать во время встречи. · You shouldn't fall asleep during the meeting.
Ο ηλικιωμένος αποκοιμήθηκε ήσυχα στο νοσοκομείο.
Пожилой человек мирно скончался в больнице. · The elderly man passed away peacefully in the hospital.
Αποκοιμόμαστε πολύ εύκολα όταν είμαστε κουρασμένοι.
Мы легко засыпаем, когда устаём. · We fall asleep easily when we're tired.