αποκλειστικότητα
[apoklis.ikoˈtita]существительноеη · женский родB2
Значения
1
исключительность, монополия
exclusivity, monopoly · το δικαίωμα της αποκλειστικότητας — право исключительности
2
одержимость, поглощённость (чем-л.)
obsession, single-mindedness (about sth) · αποκλειστικότητα για την εργασία — одержимость работой
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αποκλειστικότητα
вин.
την αποκλειστικότητα
род.
της αποκλειστικότητας
зват.
αποκλειστικότητα
Мн. ч.
им.
οι αποκλειστικότητες
вин.
τις αποκλειστικότητες
род.
των αποκλειστικοτήτων
зват.
αποκλειστικότητες
Примеры
Η αποκλειστικότητα του συμβολαίου προστατεύει τα συμφέροντα του εταιρείας.
Исключительность контракта защищает интересы компании. · The exclusivity of the contract protects the company's interests.
Με αποκλειστικότητα αφοσιώθηκε στην έρευνά του.
Он с полной преданностью посвятил себя своему исследованию. · He devoted himself with single-mindedness to his research.
Αυτή η εταιρεία έχει την αποκλειστικότητα της διανομής στην Ελλάδα.
Эта компания имеет монополию на распределение в Греции. · This company has exclusive distribution rights in Greece.