Греческий словарь
с грамматикой

αποκλειστικός

[apokliˈstikos]прилагательноеB1

Значения

1
исключительный, принадлежащий только одному лицу или группе
exclusive, belonging solely to one person or group · αποκλειστικό δικαίωμα — исключительное право
2
единственный, не допускающий других возможностей
sole, precluding other options · αποκλειστικός σκοπός — единственная цель
3
элитный, доступный только избранным
elite, available only to selected few · αποκλειστικό κλαμπ — элитный клуб

Грамматика

мужской род
им.
αποκλειστικός
вин.
αποκλειστικό
род.
αποκλειστικού
зват.
αποκλειστικέ
женский род
им.
αποκλειστική
вин.
αποκλειστική
род.
αποκλειστικής
зват.
αποκλειστική
средний род
им.
αποκλειστικό
вин.
αποκλειστικό
род.
αποκλειστικού
зват.
αποκλειστικό

Примеры

Αυτή η συνέντευξη είναι αποκλειστική για το περιοδικό μας.
Это интервью – исключительно для нашего журнала. · This interview is exclusive to our magazine.
Ο αποκλειστικός στόχος του προγράμματος είναι η μείωση της ρύπανσης.
Единственная цель программы – снижение загрязнения. · The sole aim of the programme is to reduce pollution.
Το αποκλειστικό ξενοδοχείο προσφέρει πολυτελές περιβάλλον.
Элитный отель предлагает роскошную обстановку. · The exclusive hotel offers a luxurious setting.
Αποκλειστικά δικαιώματα έχει μόνο ο εκδότης.
Исключительные права принадлежат только издателю. · Only the publisher has exclusive rights.