αποκλεισμός
[apokliˈzmos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
блокада, изоляция (государства, города, порта и т.д.)
blockade, isolation (of a state, city, port, etc.) · αποκλεισμός του λιμανιού — блокада порта
2
исключение, отстранение (от чего-л.)
exclusion, barring (from something) · αποκλεισμός από τη διαγωνισμό — исключение из соревнования
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αποκλεισμός
вин.
τον αποκλεισμό
род.
του αποκλεισμού
зват.
αποκλεισμέ
Мн. ч.
им.
οι αποκλεισμοί
вин.
τους αποκλεισμούς
род.
των αποκλεισμών
зват.
αποκλεισμοί
Примеры
Ο αποκλεισμός του λιμανιού διήρκεσε τρεις μήνες.
Блокада порта длилась три месяца. · The blockade of the port lasted three months.
Το αθλητικό δικαστήριο αποφάσισε τον αποκλεισμό του παίκτη.
Спортивный суд вынес решение об отстранении игрока. · The sports court ruled for the player's exclusion.
Κατάγγειλαν τον αποκλεισμό τους από το πρόγραμμα.
Они протестовали против своего исключения из программы. · They protested their barring from the program.