Греческий словарь
с грамматикой

αποκλείω

[apokˈli.o]глаголB1

Значения

1
исключать, не допускать
to exclude, to rule out · αποκλείω κάποιον από την ομάδα — исключить кого-то из группы
2
закрывать, запирать
to shut, to lock · αποκλείω την πόρτα — закрыть дверь
3
делать невозможным, исключать возможность
to make impossible, to preclude · αποκλείω τη δυνατότητα — исключить возможность

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποκλείω
εσύ
αποκλείεις
αυτός
αποκλείει
εμείς
αποκλείουμε
εσείς
αποκλείετε
αυτοί
αποκλείουν
Аорист
εγώ
απέκλεισα
εσύ
απέκλεισες
αυτός
απέκλεισε
εμείς
απεκλείσαμε
εσείς
απεκλείσατε
αυτοί
απέκλεισαν
Будущее
εγώ
θα αποκλείσω
εσύ
θα αποκλείσεις
αυτός
θα αποκλείσει
εμείς
θα αποκλείσουμε
εσείς
θα αποκλείσετε
αυτοί
θα αποκλείσουν

Примеры

Δεν πρέπει να αποκλείουμε κανέναν.
Мы не должны никого исключать. · We shouldn't exclude anyone.
Απέκλεισε την πόρτα και έφυγε.
Он закрыл дверь и ушёл. · He shut the door and left.
Αυτό αποκλείει την παρουσία του.
Это исключает его присутствие. · This rules out his presence.
Η βροχή θα αποκλείσει τις εξορμήσεις μας.
Дождь помешает нашим прогулкам. · The rain will prevent our outings.