Греческий словарь
с грамматикой

αποκεφαλίζω

[apokefaˈlizo]глаголB2

Значения

1
обезглавить, отрубить голову
to behead, to cut off the head · αποκεφαλίζω έναν κρατούμενο — обезглавить заключённого
2
лишить руководства, свергнуть лидера
to decapitate, to remove a leader · αποκεφαλίζω μια οργάνωση — лишить организацию руководства

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποκεφαλίζω
εσύ
αποκεφαλίζεις
αυτός
αποκεφαλίζει
εμείς
αποκεφαλίζουμε
εσείς
αποκεφαλίζετε
αυτοί
αποκεφαλίζουν
Аорист
εγώ
αποκεφάλισα
εσύ
αποκεφάλισες
αυτός
αποκεφάλισε
εμείς
αποκεφαλίσαμε
εσείς
αποκεφαλίσατε
αυτοί
αποκεφάλισαν
Будущее
εγώ
θα αποκεφαλίσω
εσύ
θα αποκεφαλίσεις
αυτός
θα αποκεφαλίσει
εμείς
θα αποκεφαλίσουμε
εσείς
θα αποκεφαλίσετε
αυτοί
θα αποκεφαλίσουν

Примеры

Ο τύραννος αποκεφάλισε τους αντιφρονούντες.
Тиран обезглавил инакомыслящих. · The tyrant beheaded the dissenters.
Αποκεφαλίζουν τη διοίκηση της εταιρείας.
Они лишают руководство компании главы. · They are decapitating the company's leadership.
Θα αποκεφαλίσουν το κίνημα χωρίς τον ηγέτη του.
Они лишат движение его лидера. · They will decapitate the movement without its leader.