Греческий словарь
с грамматикой

αποκαλώ

[apokɑˈlo]глаголB1

Значения

1
называть, именовать
to call, to name · Τον αποκαλώ φίλο μου — Я называю его моим другом
2
назвать оскорбительно, обозвать
to call names, to insult · Με αποκάλεσε ψεύτη — Он назвал меня лжецом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποκαλώ
εσύ
αποκαλείς
αυτός
αποκαλεί
εμείς
αποκαλούμε
εσείς
αποκαλείτε
αυτοί
αποκαλούν
Аорист
εγώ
αποκάλεσα
εσύ
αποκάλεσες
αυτός
αποκάλεσε
εμείς
αποκαλέσαμε
εσείς
αποκαλέσατε
αυτοί
αποκάλεσαν
Будущее
εγώ
θα αποκαλέσω
εσύ
θα αποκαλέσεις
αυτός
θα αποκαλέσει
εμείς
θα αποκαλέσουμε
εσείς
θα αποκαλέσετε
αυτοί
θα αποκαλέσουν

Примеры

Τον αποκαλούν τον καλύτερο δάσκαλο της σχολής.
Его называют лучшим учителем школы. · They call him the best teacher in the school.
Δεν πρέπει να αποκαλείς τους ανθρώπους με ονόματα.
Не следует обзывать людей плохими словами. · You shouldn't call people names.
Τον αποκάλεσε κακό και φύγε.
Она назвала его злым и ушла. · She called him mean and left.
Θα σας αποκαλέσω όταν είμαι έτοιμος.
Я позову вас, когда буду готов. · I'll call you when I'm ready.