Греческий словарь
с грамматикой

αποκαθιστώ

[apokathiˈsto]глаголB2

Значения

1
восстанавливать, восстановить (порядок, власть, отношения)
restore, reestablish (order, authority, relations) · αποκαθιστώ την τάξη — восстанавливаю порядок
2
возвращать в исходное состояние, приводить в норму
return to original state, normalize · αποκαθιστώ τη λειτουργία — восстанавливаю функцию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποκαθιστώ
εσύ
αποκαθιστάς
αυτός
αποκαθιστά
εμείς
αποκαθιστούμε
εσείς
αποκαθιστάτε
αυτοί
αποκαθιστούν
Аорист
εγώ
αποκατέστησα
εσύ
αποκατέστησες
αυτός
αποκατέστησε
εμείς
αποκαταστήσαμε
εσείς
αποκαταστήσατε
αυτοί
αποκατέστησαν
Будущее
εγώ
θα αποκαταστήσω
εσύ
θα αποκαταστήσεις
αυτός
θα αποκαταστήσει
εμείς
θα αποκαταστήσουμε
εσείς
θα αποκαταστήσετε
αυτοί
θα αποκαταστήσουν

Примеры

Η κυβέρνηση αποκαθιστά την τάξη στην πόλη.
Правительство восстанавливает порядок в городе. · The government is restoring order in the city.
Αποκατέστησαν τις διπλωματικές σχέσεις μετά χρόνια.
После многих лет они восстановили дипломатические отношения. · After years, they reestablished diplomatic relations.
Θα αποκαταστήσουν τη λειτουργία του δικτύου σύντομα.
Они вскоре восстановят работу сети. · They will restore the network's operation soon.
Ο τεχνικός αποκατέστησε το σύστημα μετά την βλάβη.
Техник привел систему в норму после поломки. · The technician restored the system after the failure.