αποικιοκρατία
[apojkiokraˈti.a]существительноеη · женский родC1
Значения
1
колониализм, система колониального господства
colonialism, the system of colonial rule and domination · η αποικιοκρατία του 19ου αιώνα — колониализм XIX века
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αποικιοκρατία
вин.
την αποικιοκρατία
род.
της αποικιοκρατίας
зват.
αποικιοκρατία
Мн. ч.
им.
οι αποικιοκρατίες
вин.
τις αποικιοκρατίες
род.
των αποικιοκρατιών
зват.
αποικιοκρατίες
Примеры
Η αποικιοκρατία άφησε βαθιά σημάδια στην ιστορία.
Колониализм оставил глубокие следы в истории. · Colonialism left deep marks on history.
Οι ιστορικοί μελετούν τις συνέπειες της αποικιοκρατίας.
Историки изучают последствия колониализма. · Historians study the consequences of colonialism.
Κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας, πολλές χώρες κατακτήθηκαν.
Во время колониализма было завоевано множество стран. · During colonialism, many countries were conquered.