Греческий словарь
с грамматикой

αποικίζω

[apiˈkizo]глаголгруппа А (безударное -ω)C1

Значения

1
колонизировать, основывать колонию
to colonize, to establish a colony · αποικίζω νέες γαίες — колонизирую новые земли
2
заселять, населять новыми поселенцами
to populate, to settle with colonists · αποικίζω την περιοχή με οικογένειες — заселяю регион семьями

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποικίζω
εσύ
αποικίζεις
αυτός
αποικίζει
εμείς
αποικίζουμε
εσείς
αποικίζετε
αυτοί
αποικίζουν
Аорист
εγώ
αποίκισα
εσύ
αποίκισες
αυτός
αποίκισε
εμείς
αποικίσαμε
εσείς
αποικίσατε
αυτοί
αποίκισαν
Будущее
εγώ
θα αποικίσω
εσύ
θα αποικίσεις
αυτός
θα αποικίσει
εμείς
θα αποικίσουμε
εσείς
θα αποικίσετε
αυτοί
θα αποικίσουν

Примеры

Οι Έλληνες αποίκισαν τις ακτές της Ασίας Μικράς.
Греки колонизировали побережье Малой Азии. · The Greeks colonized the coasts of Asia Minor.
Η κυβέρνηση προσπάθησε να αποικίσει τα απομακρυσμένα εδάφη.
Правительство старалось заселить отдалённые территории. · The government tried to populate remote territories.
Αποικίζοντας νέες περιοχές, δημιούργησαν ισχυρές κοινωνίες.
Колонизируя новые регионы, они создавали мощные общества. · By colonizing new regions, they built powerful societies.