Греческий словарь
с грамматикой

αποθηκεύω

[apɔθiˈkevɔ]глаголB1

Значения

1
хранить, складировать
to store, to keep in storage · αποθηκεύω τα επιπλά — я храню мебель
2
откладывать, накапливать
to set aside, to accumulate · αποθηκεύω χρήματα — я откладываю деньги

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποθηκεύω
εσύ
αποθηκεύεις
αυτός
αποθηκεύει
εμείς
αποθηκεύουμε
εσείς
αποθηκεύετε
αυτοί
αποθηκεύουν
Аорист
εγώ
αποθήκευσα
εσύ
αποθήκευσες
αυτός
αποθήκευσε
εμείς
αποθηκεύσαμε
εσείς
αποθηκεύσατε
αυτοί
αποθήκευσαν
Будущее
εγώ
θα αποθηκεύσω
εσύ
θα αποθηκεύσεις
αυτός
θα αποθηκεύσει
εμείς
θα αποθηκεύσουμε
εσείς
θα αποθηκεύσετε
αυτοί
θα αποθηκεύσουν

Примеры

Αποθηκεύουμε τα σιτηρά σε ψυχρούς χώρους.
Мы храним зерно в холодных помещениях. · We store grain in cold facilities.
Αποθήκευσαν τα έπιπλα για το καλοκαίρι.
Они сложили мебель на лето. · They stored the furniture for the summer.
Θα αποθηκεύσουμε ενέργεια για το χειμώνα.
Мы накопим энергию на зиму. · We will store energy for winter.
Ο σώμα αποθηκεύει λίπος κατά τη χειμερινή περίοδο.
Организм накапливает жир в зимний период. · The body stores fat during winter.