αποθήκευση
[apothíkefsi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
сохранение, хранение (данных, информации)
storage, saving (of data, information) · αποθήκευση δεδομένων — сохранение данных
2
складирование, размещение на складе
warehousing, storing in a warehouse · αποθήκευση προϊόντων — складирование товаров
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αποθήκευση
вин.
την αποθήκευση
род.
της αποθήκευσης
зват.
αποθήκευση
Мн. ч.
им.
οι αποθηκεύσεις
вин.
τις αποθηκεύσεις
род.
των αποθηκεύσεων
зват.
αποθηκεύσεις
Примеры
Η αποθήκευση των αρχείων είναι πολύ σημαντική.
Сохранение файлов очень важно. · File storage is very important.
Χρησιμοποιούμε νέα συστήματα για την αποθήκευση δεδομένων.
Мы используем новые системы для хранения данных. · We use new systems for data storage.
Το κόστος αποθήκευσης των προϊόντων αυξήθηκε.
Стоимость складирования товаров увеличилась. · The cost of product warehousing increased.
Οι αποθηκεύσεις στο cloud είναι ασφαλείς.
Хранилища в облаке безопасны. · Cloud storage solutions are secure.