αποδυτήριο
[apodɪˈtɪrio]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
раздевалка, помещение для переодевания
changing room, locker room · στο αποδυτήριο της πισίνας — в раздевалке бассейна
2
гардероб, шкафчик для одежды
locker, cubicle for storing clothes · βάλε τα ρούχα στο αποδυτήριο — положи одежду в шкафчик
Грамматика
Ед. ч.
им.
το αποδυτήριο
вин.
το αποδυτήριο
род.
του αποδυτηρίου
зват.
αποδυτήριο
Мн. ч.
им.
τα αποδυτήρια
вин.
τα αποδυτήρια
род.
των αποδυτηρίων
зват.
αποδυτήρια
Примеры
Το αποδυτήριο είναι δίπλα στη γυμναστική αίθουσα.
Раздевалка находится рядом со спортзалом. · The changing room is next to the gymnasium.
Ξέχασα την τσάντα μου στα αποδυτήρια.
Я оставил сумку в раздевалке. · I left my bag in the changing rooms.
Πρέπει να καθαρίσουν τα αποδυτήρια της πισίνας.
Нужно убрать раздевалки бассейна. · The pool changing rooms need to be cleaned.
Στο αποδυτήριό του υπάρχει ένας κλειδωμένος σεντούκι.
В его раздевалке есть запертый сундук. · In his locker there is a locked chest.