Греческий словарь
с грамматикой

αποδρώ

[apodˈro]глаголB1

Значения

1
убежать, скрыться, сбежать
to escape, to flee, to get away · αποδρώ από το σπίτι — убежать из дома
2
уходить незаметно, ускользать
to slip away, to sneak off · αποδρώ από τη δουλειά — ускользнуть с работы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποδρώ
εσύ
αποδράς
αυτός
αποδρά
εμείς
αποδράμε
εσείς
αποδράτε
αυτοί
αποδράνε
Аорист
εγώ
απέδρασα
εσύ
απέδρασες
αυτός
απέδρασε
εμείς
απεδράσαμε
εσείς
απεδράσατε
αυτοί
απέδρασαν
Будущее
εγώ
θα αποδρώ
εσύ
θα αποδράς
αυτός
θα αποδρά
εμείς
θα αποδράμε
εσείς
θα αποδράτε
αυτοί
θα αποδράνε

Примеры

Ο κρατούμενος απέδρασε από τη φυλακή.
Заключённый сбежал из тюрьмы. · The prisoner escaped from prison.
Κάθε Παρασκευή αποδράει νωρίς από το γραφείο.
Каждую пятницу он ускользает с работы пораньше. · Every Friday he slips away from the office early.
Αποδράστε αμέσως, έρχονται οι αστυνομικοί!
Убегайте сейчас же, идут полицейские! · Get away now, the police are coming!