Греческий словарь
с грамматикой

αποδρα(ί)νω

[apodˈreno]глаголB1

Значения

1
убегать, спасаться бегством
to escape, to flee, to run away · αποδρα(ί)νω από το σπίτι — убегать из дома
2
избегать, уклоняться (от ответственности, проблемы)
to evade, to avoid (responsibility, a problem) · αποδρα(ί)νω από τα προβλήματα — избегать проблем

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποδρα(ί)νω
εσύ
αποδρα(ί)νεις
αυτός
αποδρα(ί)νει
εμείς
αποδρα(ί)νουμε
εσείς
αποδρα(ί)νετε
αυτοί
αποδρα(ί)νουν
Аорист
εγώ
απέδρασα
εσύ
απέδρασες
αυτός
απέδρασε
εμείς
απεδράσαμε
εσείς
απεδράσατε
αυτοί
απέδρασαν
Будущее
εγώ
θα αποδρα(ί)νω
εσύ
θα αποδρα(ί)νεις
αυτός
θα αποδρα(ί)νει
εμείς
θα αποδρα(ί)νουμε
εσείς
θα αποδρα(ί)νετε
αυτοί
θα αποδρα(ί)νουν

Примеры

Ο κρατούμενος απέδρασε τη νύχτα από τη φυλακή.
Заключённый ночью сбежал из тюрьмы. · The prisoner escaped from jail in the night.
Πολλοί άνθρωποι αποδρα(ί)νουν από τις δύσκολες καταστάσεις.
Многие люди избегают сложных ситуаций. · Many people avoid difficult situations.
Δεν μπορείς να αποδρα(ί)νεις για πάντα από την αλήθεια.
Ты не можешь вечно уклоняться от правды. · You cannot forever evade the truth.