Греческий словарь
с грамматикой

αποδοτικότητα

[apodoːtiˈkoːtita]существительноеη · женский родB2

Значения

1
производительность, эффективность (способность давать хорошие результаты)
productivity, efficiency (ability to produce good results) · η αποδοτικότητα της εργασίας — производительность труда
2
рентабельность, доходность (финансовая отдача от инвестиций)
profitability, return on investment · η αποδοτικότητα των μετοχών — доходность акций

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αποδοτικότητα
вин.
την αποδοτικότητα
род.
της αποδοτικότητας
зват.
αποδοτικότητα
Мн. ч.
им.
οι αποδοτικότητες
вин.
τις αποδοτικότητες
род.
των αποδοτικοτήτων
зват.
αποδοτικότητες

Примеры

Η αποδοτικότητα της εταιρείας αυξήθηκε σημαντικά.
Производительность компании значительно возросла. · The company's productivity increased significantly.
Πρέπει να βελτιώσουμε την αποδοτικότητα των εργαζομένων.
Нам нужно повысить эффективность работников. · We need to improve employee efficiency.
Το κεφάλαιο δεν έχει καμιά αποδοτικότητα σε αυτήν την περίοδο.
Капитал не приносит никакой прибыли в этот период. · Capital is yielding no return during this period.
Μετρούμε την αποδοτικότητα με συγκεκριμένα κριτήρια.
Мы измеряем эффективность по конкретным критериям. · We measure productivity against specific criteria.