Греческий словарь
с грамматикой

αποδεικνύω

[apodikˈni.o]глаголB1

Значения

1
доказывать, подтверждать (что-либо фактами или аргументами)
to prove, to demonstrate, to show evidence of · αποδεικνύω ότι έχω δίκαιο — доказываю, что я прав
2
проявлять, обнаруживать (способность, качество)
to display, to manifest, to reveal (ability, quality) · αποδεικνύει κουράγιο — проявляет мужество

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποδεικνύω
εσύ
αποδεικνύεις
αυτός
αποδεικνύει
εμείς
αποδεικνύουμε
εσείς
αποδεικνύετε
αυτοί
αποδεικνύουν
Аорист
εγώ
απέδειξα
εσύ
απέδειξες
αυτός
απέδειξε
εμείς
αποδείξαμε
εσείς
αποδείξατε
αυτοί
απέδειξαν
Будущее
εγώ
θα αποδείξω
εσύ
θα αποδείξεις
αυτός
θα αποδείξει
εμείς
θα αποδείξουμε
εσείς
θα αποδείξετε
αυτοί
θα αποδείξουν

Примеры

Αποδείξαμε με στοιχεία ότι το πρόβλημα είναι σοβαρό.
Мы доказали с помощью данных, что проблема серьёзна. · We proved with evidence that the problem is serious.
Ο παίκτης αποδεικνύει εξαιρετική δεξιότητα σε κάθε αγώνα.
Игрок проявляет исключительное мастерство на каждом матче. · The player demonstrates exceptional skill in every match.
Θα αποδείξω την αθωότητά του στο δικαστήριο.
Я докажу его невиновность в суде. · I will prove his innocence in court.
Αποδεικνύονται πολλά χρήσιμα πράγματα με τα μαθηματικά.
Много полезных вещей доказывается с помощью математики. · Many useful things are proven through mathematics.