Греческий словарь
с грамматикой

αποδίδω

[apɔˈðiðo]глаголB1

Значения

1
отдавать, возвращать
to give back, to return · αποδίδω το βιβλίο — возвращаю книгу
2
передавать, вручать (власть, должность)
to hand over, to transfer (power, office) · αποδίδω την εξουσία — передаю власть
3
отправлять, исполнять (долг, обряд)
to render, to perform (duty, rite) · αποδίδω τιμή — отдаю честь
4
переводить, толковать
to translate, to interpret · αποδίδω στα ελληνικά — перевожу на греческий

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποδίδω
εσύ
αποδίδεις
αυτός
αποδίδει
εμείς
αποδίδουμε
εσείς
αποδίδετε
αυτοί
αποδίδουν
Аорист
εγώ
απέδωσα
εσύ
απέδωσες
αυτός
απέδωσε
εμείς
απεδώσαμε
εσείς
απεδώσατε
αυτοί
απέδωσαν
Будущее
εγώ
θα αποδώσω
εσύ
θα αποδώσεις
αυτός
θα αποδώσει
εμείς
θα αποδώσουμε
εσείς
θα αποδώσετε
αυτοί
θα αποδώσουν

Примеры

Πρέπει να αποδώσω το δάνειο σύντομα.
Мне нужно вернуть кредит вскоре. · I need to repay the loan soon.
Ο πρόεδρος απέδωσε την εξουσία στον διάδοχό του.
Президент передал власть своему преемнику. · The president handed over power to his successor.
Αποδίδει τιμή στους ήρωες του πολέμου.
Он отдаёт дань уважения героям войны. · He pays tribute to the war heroes.
Πώς θα αποδώσεις αυτή τη φράση στα αγγλικά;
Как ты переведёшь эту фразу на английский? · How will you render this phrase in English?