Греческий словарь
с грамматикой

αποδέχομαι

[apɔˈðeçɔme]глаголB1

Значения

1
принимать, одобрять (предложение, идею, условия)
accept, approve (a proposal, idea, terms) · αποδέχομαι την πρόταση — принимаю предложение
2
допускать, признавать (как истинное)
acknowledge, recognize (as true) · αποδέχομαι την αλήθεια — признаю истину
3
встречать, принимать (гостей, людей)
receive, welcome (guests, visitors) · αποδέχομαι τους φίλους — встречаю друзей

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποδέχομαι
εσύ
αποδέχεσαι
αυτός
αποδέχεται
εμείς
αποδεχόμαστε
εσείς
αποδέχεστε
αυτοί
αποδέχονται
Аорист
εγώ
αποδεξάμην
εσύ
αποδέξω
αυτός
αποδέξατο
εμείς
αποδεξάμεθα
εσείς
αποδέξασθε
αυτοί
αποδέξαντο
Будущее
εγώ
θα αποδεχθώ
εσύ
θα αποδεχθείς
αυτός
θα αποδεχθεί
εμείς
θα αποδεχθούμε
εσείς
θα αποδεχθείτε
αυτοί
θα αποδεχθούν

Примеры

Αποδέχομαι τα νέα σας λόγια με ευχαρίστηση.
Я принимаю вашу новую работу с удовольствием. · I welcome your new work with pleasure.
Ο διευθυντής αποδέχθηκε την παραίτησή της χωρίς αντίρρηση.
Директор принял её уход без возражений. · The director accepted her resignation without objection.
Θα αποδεχθούμε τις νέες συμφωνίες τον επόμενο μήνα.
Мы примем новые соглашения в следующем месяце. · We will accept the new agreements next month.
Αποδεχόμαστε με θέρμη τους ξένους φίλους μας.
Мы сердечно встречаем наших иностранных друзей. · We warmly receive our foreign friends.