Греческий словарь
с грамматикой

απογοητευτικός

[apoɣoitevˈtikos]прилагательноеB1

Значения

1
разочаровывающий, разочаровательный
disappointing, disheartening · απογοητευτικό αποτέλεσμα — разочаровывающий результат
2
вызывающий разочарование, огорчение
frustrating, depressing · απογοητευτική συμπεριφορά — огорчительное поведение

Грамматика

мужской род
им.
απογοητευτικός
вин.
απογοητευτικό
род.
απογοητευτικού
зват.
απογοητευτικέ
женский род
им.
απογοητευτική
вин.
απογοητευτική
род.
απογοητευτικής
зват.
απογοητευτική
средний род
им.
απογοητευτικό
вин.
απογοητευτικό
род.
απογοητευτικού
зват.
απογοητευτικό

Примеры

Τα αποτελέσματα της εξέτασης ήταν απογοητευτικά.
Результаты экзамена были разочаровывающими. · The exam results were disappointing.
Της έδωσε μια απογοητευτική απάντηση.
Он дал ей разочаровывающий ответ. · He gave her a disappointing answer.
Ήταν απογοητευτικό να δω τέτοια συμπεριφορά.
Было огорчительно видеть такое поведение. · It was frustrating to see such behaviour.
Οι απογοητευτικές ειδήσεις τον κατέθλιψαν.
Разочаровывающие новости его угнетили. · The disappointing news depressed him.