Греческий словарь
с грамматикой

απογοήτευση

[apɔɣoˈitevsi]существительноеη · женский родB1

Значения

1
разочарование, разочаровка
disappointment, disillusionment · αισθάνομαι απογοήτευση — чувствовать разочарование
2
отчаяние, уныние
despair, despondency · βυθίστηκε στην απογοήτευση — погрузился в отчаяние

Грамматика

Ед. ч.
им.
η απογοήτευση
вин.
την απογοήτευση
род.
της απογοήτευσης
зват.
απογοήτευση
Мн. ч.
им.
οι απογοητεύσεις
вин.
τις απογοητεύσεις
род.
των απογοητεύσεων
зват.
απογοητεύσεις

Примеры

Η απογοήτευσή του ήταν προφανής στο πρόσωπό του.
Его разочарование было явно видно на его лице. · His disappointment was evident on his face.
Μετά από χρόνια προσπάθειας, ένιωσε απογοήτευση.
После лет стараний он почувствовал разочарование. · After years of effort, he felt disappointed.
Οι απογοητεύσεις της ζωής μας διδάσκουν πολλά.
Разочарования жизни учат нас многому. · Life's disappointments teach us a lot.
Δεν μπορούσε να ξεπεράσει την απογοήτευσή της.
Она не могла преодолеть свое разочарование. · She couldn't overcome her disillusionment.