Греческий словарь
с грамматикой

απογείωση

[apɔˈʝɪɔsi]существительноеη · женский родB1

Значения

1
взлёт (самолёта)
takeoff (of an aircraft) · το αεροπλάνο απογειώνεται — самолёт взлетает
2
успех, взлёт (переносный смысл)
success, rise (figurative) · η απογείωση της καριέρας του — взлёт его карьеры

Грамматика

Ед. ч.
им.
η απογείωση
вин.
την απογείωση
род.
της απογείωσης
зват.
απογείωση
Мн. ч.
им.
οι απογειώσεις
вин.
τις απογειώσεις
род.
των απογειώσεων
зват.
απογειώσεις

Примеры

Η απογείωση του αεροπλάνου ήταν λίγο τραχεία.
Взлёт самолёта был немного грубоват. · The airplane's takeoff was a bit rough.
Χαίρομαι για την απογείωση της επιχείρησής του.
Я рад успеху его компании. · I'm happy about the rise of his business.
Οι απογειώσεις είναι συχνότερες τις πρωινές ώρες.
Взлёты происходят чаще в утренние часы. · Takeoffs are more frequent in the morning hours.
Ενημερώθησαν για την καθυστέρηση της απογείωσης.
Их уведомили о задержке взлёта. · They were informed about the delay of takeoff.