Греческий словарь
с грамматикой

αποβιώνω

[apovˈjono]глаголC1

Значения

1
умирать, скончаться (формальное, литературное)
to die, to pass away (formal, literary) · αποβίωσε χθες — он умер вчера

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποβιώνω
εσύ
αποβιώνεις
αυτός
αποβιώνει
εμείς
αποβιώνουμε
εσείς
αποβιώνετε
αυτοί
αποβιώνουν
Аорист
εγώ
αποβίωσα
εσύ
αποβίωσες
αυτός
αποβίωσε
εμείς
αποβιώσαμε
εσείς
αποβιώσατε
αυτοί
αποβίωσαν
Будущее
εγώ
θα αποβιώσω
εσύ
θα αποβιώσεις
αυτός
θα αποβιώσει
εμείς
θα αποβιώσουμε
εσείς
θα αποβιώσετε
αυτοί
θα αποβιώσουν

Примеры

Ο σοφός φιλόσοφος αποβίωσε σε προχωρημένη ηλικία.
Мудрый философ скончался в глубокой старости. · The wise philosopher passed away at an advanced age.
Χθες αποβίωσε ο πατέρας του φίλου μας.
Вчера умер отец нашего друга. · Our friend's father died yesterday.
Αποβιώνοντας, άφησε πίσω του ένα μεγάλη κληρονομιά.
Уходя из жизни, он оставил после себя большое наследство. · Upon passing away, he left behind a great legacy.