Греческий словарь
с грамматикой

αποβιβάζω

[apovivˈazo]глаголB2

Значения

1
высаживать (пассажиров, войска и т. д.)
disembark, put ashore (passengers, troops, etc.) · αποβιβάζουν τους επιβάτες — высаживают пассажиров
2
разгружать (груз с корабля)
unload (cargo from a ship) · αποβιβάζουν το εμπόρευμα — разгружают груз

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποβιβάζω
εσύ
αποβιβάζεις
αυτός
αποβιβάζει
εμείς
αποβιβάζουμε
εσείς
αποβιβάζετε
αυτοί
αποβιβάζουν
Аорист
εγώ
αποβίβασα
εσύ
αποβίβασες
αυτός
αποβίβασε
εμείς
αποβιβάσαμε
εσείς
αποβιβάσατε
αυτοί
αποβίβασαν
Будущее
εγώ
θα αποβιβάσω
εσύ
θα αποβιβάσεις
αυτός
θα αποβιβάσει
εμείς
θα αποβιβάσουμε
εσείς
θα αποβιβάσετε
αυτοί
θα αποβιβάσουν

Примеры

Αποβιβάζουν τους επιβάτες στο λιμάνι.
Они высаживают пассажиров в порту. · They are disembarking the passengers at the harbour.
Θα αποβιβάσουν το εμπόρευμα αύριο πρωί.
Они разгрузят груз завтра утром. · They will unload the cargo tomorrow morning.
Η στρατιωτική δύναμη αποβιβάστηκε στο νησί.
Воинский контингент был высажен на остров. · The military force was landed on the island.