Греческий словарь
с грамматикой

αποβαίνω

[apoˈveno]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB2

Значения

1
оказываться (в каком-либо состоянии или положении); приводить к результату
to turn out, to result in, to prove (to be) · αποβαίνει επιτυχημένο — оказывается успешным
2
сходить на берег, высаживаться (из корабля)
to disembark, to land, to go ashore · αποβαίνουν από το καράβι — сходят с корабля

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποβαίνω
εσύ
αποβαίνεις
αυτός
αποβαίνει
εμείς
αποβαίνουμε
εσείς
αποβαίνετε
αυτοί
αποβαίνουν
Аорист
εγώ
απέβην
εσύ
απέβης
αυτός
απέβη
εμείς
απέβημεν
εσείς
απέβητε
αυτοί
απέβησαν
Будущее
εγώ
θα αποβώ
εσύ
θα αποβείς
αυτός
θα αποβεί
εμείς
θα αποβούμε
εσείς
θα αποβείτε
αυτοί
θα αποβούν

Примеры

Η απόφαση αποβαίνει πολύ επωφελής για όλους.
Это решение оказывается очень выгодным для всех. · The decision turns out to be very beneficial for everyone.
Οι επιβάτες αποβαίνουν στο λιμάνι της Πάτρας.
Пассажиры высаживаются в порту Патр. · The passengers disembark at the port of Patras.
Αν δεν προσέξεις, αποβαίνει καταστροφικό το αποτέλεσμα.
Если не будешь осторожен, результат окажется катастрофическим. · If you're not careful, the outcome turns out disastrous.