Греческий словарь
с грамматикой

αποβάλλω

[apoˈvalo]глаголB2

Значения

1
сбрасывать, избавляться (от чего-либо ненужного или вредного)
to shed, cast off, discard · αποβάλλει το δέρμα — сбрасывает кожу
2
лишаться, потерять (часть тела, орган)
to lose (a limb or organ) · το άλογο αποβάλλει τα κέρατα — олень сбрасывает рога

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποβάλλω
εσύ
αποβάλλεις
αυτός
αποβάλλει
εμείς
αποβάλλουμε
εσείς
αποβάλλετε
αυτοί
αποβάλλουν
Аорист
εγώ
απέβαλα
εσύ
απέβαλες
αυτός
απέβαλε
εμείς
αποβάλαμε
εσείς
αποβάλατε
αυτοί
απέβαλαν
Будущее
εγώ
θα αποβάλω
εσύ
θα αποβάλεις
αυτός
θα αποβάλει
εμείς
θα αποβάλουμε
εσείς
θα αποβάλετε
αυτοί
θα αποβάλουν

Примеры

Ο φίδης αποβάλλει το δέρμα του κάθε χρόνο.
Змея сбрасывает кожу каждый год. · The snake sheds its skin every year.
Το δέντρο έχει αποβάλει όλα του τα φύλλα.
Дерево сбросило все свои листья. · The tree has shed all its leaves.
Ο αστακός αποβάλει το περίβλημά του όταν μεγαλώνει.
Омар сбрасывает свой панцирь, когда растёт. · The lobster casts off its shell as it grows.