Греческий словарь
с грамматикой

αποβάθρα

[apovˈaðra]существительноеη · женский родB1

Значения

1
платформа на железнодорожной станции
railway platform · στη σιδηροδρομική αποβάθρα — на железнодорожной платформе
2
пристань, причал
wharf, dock · στην αποβάθρα του λιμανιού — на пристани порта

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αποβάθρα
вин.
την αποβάθρα
род.
της αποβάθρας
зват.
αποβάθρα
Мн. ч.
им.
οι αποβάθρες
вин.
τις αποβάθρες
род.
των αποβάθρων
зват.
αποβάθρες

Примеры

Περίμενα την αποβάθρα για το τρένο.
Я ждал поезда на платформе. · I waited on the platform for the train.
Η αποβάθρα ήταν πολύ ασφαλής και καθαρή.
Платформа была очень безопасной и чистой. · The platform was very safe and clean.
Στις αποβάθρες του λιμανιού φορτώνουν εμπορεύματα.
На причалах порта загружают груз. · Cargo is loaded at the harbour wharves.
Από την αποβάθρα αναχώρησε το καράβι.
От причала отошел корабль. · The ship departed from the dock.