Греческий словарь
с грамматикой

απλότητα

[aploˈtita]существительноеη · женский родB2

Значения

1
простота, простой характер
simplicity, lack of complexity · η απλότητα του σχεδίου — простота плана
2
скромность, непритязательность
modesty, lack of pretence · ζει με απλότητα — живёт скромно
3
наивность, простодушие
naïveté, guilelessness · η απλότητά του τον εξαπάτησε — его наивность его обманули

Грамматика

Ед. ч.
им.
η απλότητα
вин.
την απλότητα
род.
της απλότητας
зват.
απλότητα
Мн. ч.
им.
οι απλότητες
вин.
τις απλότητες
род.
των απλοτήτων
зват.
απλότητες

Примеры

Η απλότητα του κώδικα κάνει το πρόγραμμα εύκολο.
Простота кода делает программу легкой. · The simplicity of the code makes the program easy.
Μας αρέσει η απλότητα στο φαγητό και τα ρούχα.
Нам нравится скромность в еде и одежде. · We like modesty in food and clothes.
Με τέτοια απλότητα δεν θα τα καταφέρεις στον κόσμο.
С такой наивностью ты не справишься в мире. · You won't survive in the world with such naïveté.
Των απλοτήτων του δεν μπορούσε κανείς να τις αγνοήσει.
Его простодушные ошибки не могли остаться незамеченными. · His innocent mistakes couldn't be overlooked.