απλοποιώ
[aploˈpjo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1
Значения
1
упростить, делать проще
to simplify, to make simpler · απλοποιώ ένα πρόβλημα — упрощу проблему
2
облегчить, снять сложность
to make easier, to reduce complexity · απλοποιώ τη διαδικασία — упрощу процесс
Грамматика
Настоящее время
εγώ
απλοποιώ
εσύ
απλοποιείς
αυτός
απλοποιεί
εμείς
απλοποιούμε
εσείς
απλοποιείτε
αυτοί
απλοποιούν
Аорист
εγώ
απλοποίησα
εσύ
απλοποίησες
αυτός
απλοποίησε
εμείς
απλοποιήσαμε
εσείς
απλοποιήσατε
αυτοί
απλοποίησαν
Будущее
εγώ
θα απλοποιήσω
εσύ
θα απλοποιήσεις
αυτός
θα απλοποιήσει
εμείς
θα απλοποιήσουμε
εσείς
θα απλοποιήσετε
αυτοί
θα απλοποιήσουν
Примеры
Πρέπει να απλοποιήσουμε τη διαδικασία.
Нам нужно упростить процесс. · We need to simplify the process.
Ο δάσκαλος απλοποίησε το μάθημα για τους μαθητές.
Учитель упростил урок для учеников. · The teacher simplified the lesson for the students.
Απλοποιώ πάντα τις εξηγήσεις μου.
Я всегда упрощаю свои объяснения. · I always simplify my explanations.
Έχει απλοποιηθεί σημαντικά η εγκατάσταση.
Установка была существенно упрощена. · The installation has been significantly simplified.