απληστία
[apliˈstia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
ненасытность, жадность, алчность
greed, avarice, insatiable desire · η απληστία για χρήματα — ненасытная жажда денег
Грамматика
Ед. ч.
им.
η απληστία
вин.
την απληστία
род.
της απληστίας
зват.
απληστία
Мн. ч.
им.
οι απληστίες
вин.
τις απληστίες
род.
των απληστιών
зват.
απληστίες
Примеры
Η απληστία του δεν γνώρισε όρια ποτέ.
Его алчность никогда не знала границ. · His greed never knew bounds.
Η απληστία για εξουσία κατέστρεψε πολλές σχέσεις.
Жажда власти разрушила много отношений. · The hunger for power destroyed many relationships.
Προσέχ τις απληστίες του κόσμου.
Остерегайся жадности этого мира. · Beware the avarice of this world.