Греческий словарь
с грамматикой

απιστώ

[apiˈsto]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1

Значения

1
изменять (супругу/супруге), быть неверным
be unfaithful, cheat on (a spouse) · απιστώ στον σύζυγό μου — я изменяю своему мужу
2
быть неверным, предавать (чьи-либо ожидания, принципы)
be disloyal to, betray (expectations, principles) · απιστώ στις αρχές μου — я предаю свои принципы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απιστώ
εσύ
απιστάς
αυτός
απιστά
εμείς
απιστούμε
εσείς
απιστάτε
αυτοί
απιστούν
Аорист
εγώ
απέστησα
εσύ
απέστησες
αυτός
απέστησε
εμείς
απεστήσαμε
εσείς
απεστήσατε
αυτοί
απέστησαν
Будущее
εγώ
θα απιστήσω
εσύ
θα απιστήσεις
αυτός
θα απιστήσει
εμείς
θα απιστήσουμε
εσείς
θα απιστήσετε
αυτοί
θα απιστήσουν

Примеры

Πολλές γυναίκες δεν απιστούν στους συντρόφους τους.
Многие женщины не изменяют своим партнёрам. · Many women don't cheat on their partners.
Απέστησε στην εμπιστοσύνη της οικογένειάς του.
Он предал доверие своей семьи. · He betrayed his family's trust.
Θα απιστήσει αν του δοθεί η ευκαιρία;
Он будет неверным, если ему представится возможность? · Will he cheat if he gets the chance?
Δεν θα απιστούσα ποτέ στις αρχές μου.
Я никогда не предам свои принципы. · I would never betray my principles.