Греческий словарь
с грамматикой

απεχθάνομαι

[apeχˈθanome]глаголC1

Значения

1
вызывать отвращение, быть ненавистным
to be abhorrent, to be detested · απεχθάνεται στους πολλούς — ненавидим толпой
2
отвращаться, чувствовать отвращение к кому-либо
to detest, to feel abhorrence towards someone · απεχθάνομαι τις αδικίες — отвращаюсь несправедливости

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απεχθάνομαι
εσύ
απεχθάνεσαι
αυτός
απεχθάνεται
εμείς
απεχθανόμαστε
εσείς
απεχθάνεστε
αυτοί
απεχθάνονται
Аорист
εγώ
απεχθάνθηκα
εσύ
απεχθάνθηκες
αυτός
απεχθάνθηκε
εμείς
απεχθανθήκαμε
εσείς
απεχθανθήκατε
αυτοί
απεχθάνθηκαν
Будущее
εγώ
θα απεχθανθώ
εσύ
θα απεχθανθείς
αυτός
θα απεχθανθεί
εμείς
θα απεχθανθούμε
εσείς
θα απεχθανθείτε
αυτοί
θα απεχθανθούν

Примеры

Η λογική και η αυθάδεια απεχθάνονται η μία την άλλη.
Логика и самонадеянность друг друга ненавидят. · Logic and arrogance are abhorrent to each other.
Απεχθάνεται κάθε μορφή κακοποίησης ζώων.
Он испытывает отвращение к любому жестокому обращению с животными. · He detests any form of animal cruelty.
Τα παιδιά απεχθάνονταν το σχολείο και τις υποχρεώσεις του.
Дети испытывали отвращение к школе и её обязанностям. · The children detested school and its obligations.