Греческий словарь
с грамматикой

απευθύνω

[apeˈθino]глаголB1

Значения

1
обращаться (к кому-либо), адресовать
to address, to direct (one's words or action towards someone) · απευθύνω λόγο στον κόσμο — обращаюсь с речью к народу
2
направлять, отправлять (письмо, жалобу и т.п.)
to send, to submit (a letter, complaint, request) · απευθύνω αίτηση στην αρχή — подаю заявление в учреждение
3
применять, использовать (метод, способ)
to apply, to employ (a method or approach) · απευθύνω νέες τεχνικές — применяю новые методы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απευθύνω
εσύ
απευθύνεις
αυτός
απευθύνει
εμείς
απευθύνουμε
εσείς
απευθύνετε
αυτοί
απευθύνουν
Аорист
εγώ
απεύθυνα
εσύ
απεύθυνες
αυτός
απεύθυνε
εμείς
απευθύναμε
εσείς
απευθύνατε
αυτοί
απεύθυναν
Будущее
εγώ
θα απευθύνω
εσύ
θα απευθύνεις
αυτός
θα απευθύνει
εμείς
θα απευθύνουμε
εσείς
θα απευθύνετε
αυτοί
θα απευθύνουν

Примеры

Ο διευθυντής απευθύνει λόγο στους υπαλλήλους.
Директор обращается с речью к сотрудникам. · The director addresses the staff.
Απεύθυνα την παράπονό μου στην υπηρεσία πελατών.
Я направил свою жалобу в службу поддержки. · I sent my complaint to customer service.
Θα απευθύνουν ερωτήματα προς τον καθηγητή.
Они будут задавать вопросы преподавателю. · They will direct questions to the professor.
Απευθύνονται διαφορετικές στρατηγικές για κάθε πελάτη.
Для каждого клиента используются разные стратегии. · Different strategies are applied for each client.