απεριόριστος
[aperˈɔristo]прилагательноеB2
Значения
1
неограниченный, безграничный
unlimited, boundless · απεριόριστη εξουσία — неограниченная власть
2
бесконечный, не имеющий пределов
infinite, having no limits · απεριόριστη ενέργεια — безграничная энергия
Грамматика
мужской род
им.
απεριόριστος
вин.
απεριόριστο
род.
απεριόριστου
зват.
απεριόριστε
женский род
им.
απεριόριστη
вин.
απεριόριστη
род.
απεριόριστης
зват.
απεριόριστη
средний род
им.
απεριόριστο
вин.
απεριόριστο
род.
απεριόριστου
зват.
απεριόριστο
Примеры
Ο πρόεδρος έχει απεριόριστη εξουσία στη χώρα.
Президент имеет неограниченную власть в стране. · The president has unlimited power in the country.
Το παιδί έχει απεριόριστη φαντασία.
У ребёнка безграничная фантазия. · The child has boundless imagination.
Του έδωσαν απεριόριστο χρόνο για το project.
Ему дали бесконечное время на проект. · They gave him unlimited time for the project.
Απεριόριστες δυνατότητες περιμένουν τον νέο διευθυντή.
Безграничные возможности ждут нового директора. · Boundless opportunities await the new director.